Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Χριστούγεννα με το 9ο Γυμνάσιο Περιραιά

Τα μικρότερα παιδιά της θεατρικής ομάδας μαζί με τα τα παιδιά της χορωδίας και της ορχήστρας του σχολείου μας οργάνωσαν μια μικρή Χριστουγεννιάτικη γιορτή στο Γηροκομείο Πειραιά. 

 Οι μαθητές της  θεατρικής ομάδας παρουσίασαν το δρώμενο "Ηταν ένας άνθρωπος" . Η γλυκιά τους παρουσία συγκίνησε τους θεατές που τους χειροκρότησαν και τους ευχαρίστησαν. Έτσι με την πρώτη τους  παράσταση  οι μικροί μαθητές έζησαν τη μαγεία του θεάτρου και τη χαρά της προσφοράς. 
Το λεωφορείο ξεκινά...

Κοιτάξτε αυτό το κορίτσι... Είναι ξυπόλητο!


Κάθε άνθρωπος αξίζει να περπατάει με αξιοπρέπεια...

Όχι μαμά, τον είδα... Ήταν άνθρωπος!

Πώς να κρυφτείς απ' τα παιδιά...

...έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα!
μα ο χρόνος ο αληθινός...
... ειν' ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός!




Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Ήταν ένας άνθρωπος

Για τα Χριστούγεννα τα καινούργια μέλη της ομάδας μας αυτοσχεδιάζουν με βάση το παρακάτω κείμενο:



Παραμονές Χριστουγέννων. Παγωνιά. Πλήθος κόσμου στους δρόμους με τσάντες στα χέρια, γεμάτες ψώνια, δώρα, ρούχα, παιχνίδια…

Βρισκόμαστε μέσα σε ένα λεωφορείο στην αφετηρία του. Ένας-ένας οι επιβάτες ανεβαίνουν, παίρνουν τη θέση τους και το λεωφορείο ξεκινάει.

Στην πρώτη στάση μπαίνει μέσα μια κοπέλα φτωχοντυμένη και ξυπόλητη. Κάθεται στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ένας κύριος με χαρτοφύλακα δίπλα της αλλάζει  αμέσως θέση κοιτώντας την υποτιμητικά.
Ο οδηγός βλέποντας  τα γυμνά πόδια λέει: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Απαπα, θα ζητήσω να αλλάξω γραμμή».
Ένα αγοράκι δείχνει την κοπέλα. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η κοπέλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράζεται και το μαλώνει. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις».
Ο άντρας που άλλαξε  θέση στριφογυρίζει στο κάθισμα του και  παίζει με τα δάχτυλά του. «Τς, τς, τα, τι να πει κανείς για τη νέα γενιά…»
Μια κυρία με γούνα δείχνει την απέχθειά της λέγοντας «καμιά αλλοδαπή θα είναι… γέμισε ο τόπος με δαύτους… δε πάνε στην πατρίδα τους λέω εγώ να μας αδειάζουν τη γωνιά…»
Ένα νεαρό ζευγαράκι πίσω-πίσω δεν δίνει καμία σημασία…

Το λεωφορείο ξεκινάει και πάλι. Στην επόμενη στάση μπαίνουν δύο κυρίες  και ξαφνιάζονται βλέποντας την κοπέλα.
Η μία από αυτές στέκεται στη μέση του λεωφορείου στερεώνοντας  τα δώρα που κρατούσε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές; » είπε στην άλλη που ήταν δίπλα της. «Τι κάνει το κράτος επιτέλους; Δεν υπάρχει καμία μέριμνα;» λέει η άλλη.
Μια καλοντυμένη κυρία αρχίζει να προσεύχεται δυνατά. «Κύριε, δεν έχω χρήματα για να τη βοηθήσω. Αλλά μπορώ ν' απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται το κοριτσάκι  αυτό για τα Χριστούγεννα».
Αλλ' ένας έμπορος αισθάνεται αγανάκτηση από τις μουρμούρες των συμπολιτών του. Βγάζει το πορτοφόλι του και τραβάει ένα εικοσάρι. Περπατάει  στο διάδρομο και το βάζει στο χέρι της κοπέλας. «Πάρε, ν' αγοράσεις παπούτσια». Εκείνη τα παίρνει κοιτώντας τον ξαφνιασμένη αλλά και ευγνώμων,  κι εκείνος γυρνάει στη θέση του ευχαριστημένος.

Το λεωφορείο ξεκινάει και πάλι. Στην επόμενη στάση μπαίνει  ένα παλικάρι. Φοράει ένα χοντρό μπουφάν, ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο σκουφί που καλύπτει τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνδέει το αυτί του με το κινητό του. Ο νέος κουνάει το σώμα του με τη μουσική που ακούει. Κάθεται δίπλα στην κοπέλα. Όταν βλέπει τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταματάει. Παγώνει. Τα μάτια του πάνε από τα πόδια της στα δικά του. Φοράει ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παλικάρι σκύβει και αρχίζει να λύνει τα παπούτσια του. Βγάζει τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονατίζει μπροστά στη κοπέλα. «Εσύ  δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σηκώνει τα παγωμένα πόδια και της φοράει πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του.  

Το λεωφορείο ξεκινάει και πάλι. Ο νέος σηκώνεται, χτυπάει για στάση και όταν το λεωφορείο σταματάει κατεβαίνει  ξυπόλυτος στην παγωνιά. Οι επιβάτες μαζεύονται στα παράθυρα και τον βλέπουν  καθώς βαδίζει στο δρόμο.
«Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Μήπως είναι άγγελος;», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο την κοπέλα, λέει: «Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ».